Το Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. ιδρύθηκε το 1926 μέσα στο πλαίσιο της ενιαίας Φιλοσοφικής Σχολής. Η αρχική διαίρεση της Φιλοσοφικής σε Φιλολογικό και Ιστορικό-Αρχαιολογικό, τροποποιήθηκε το 1963 σε τέσσερα τμήματα: Κλασικών Σπουδών, Μέσων και Νεοελληνικών Σπουδών, Φιλοσοφικών Σπουδών και Αρχαιολογικών Σπουδών και το 1971 σε επτά: Κλασικών Σπουδών, Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών, Ιστορικών Σπουδών, Αρχαιολογίας και Τέχνης, Φιλοσοφικών Σπουδών, Ψυχολογίας-Παιδαγωγικής και Γλωσσολογίας. Το πρόγραμμα αυτό εφαρμόστηκε για τελευταία φορά κατά το ακαδημαϊκό έτος 1985-86. Λίγο νωρίτερα, το 1982-83, με το νόμο 1268/82 το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας αυτονομείται από τη Φιλοσοφική Σχολή και λειτουργεί ως έχει μέχρι και σήμερα.
Η οικογένεια Βαλλιάνου, από τις Κεραμιές (παλαιότερη ορθογραφία Κεραμειές) της Λειβαθούς της Κεφαλλονιάς, διακρίθηκε για τη ναυτιλιακή και εμπορική της δράση κατά τη διάρκεια του 18ου και 19ου αιώνα. Συνεχίζοντας τη ναυτιλιακή παράδοση της Κεφαλλονιάς, που ανέπτυξε σημαντικό στόλο στη διάρκεια του 18ου αιώνα, οι ναυτιλιακές δραστηριότητες της οικογένειας Βαλλιάνου εντοπίζονται στα αρχεία των δυτικοευρωπαϊκών λιμανιών, όπου καταγράφονται πολλοί πλοίαρχοι με το όνομα Βαλλιάνος (Ανδρέας, Αλέξανδρος, Γεράσιμος, Ρόκος, Θεόδωρος, Αντώνης), χωρίς όμως να γνωρίζουμε τη συγγένειά τους με τους δημιουργούς του οίκου. Η μεγάλη ακμή της οικογένειας εντοπίζεται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα με τη δημιουργία του οίκου των αδελφών Βαλλιάνου κατ’ αρχάς στη Μαύρη θάλασσα, με έδρα το Ταϊγάνιο (Ταϊγκανρόκ) της Αζοφικής, και εν συνεχεία με γραφεία στο Λονδίνο και τη Μασσαλία. Ο πατέρας των ιδρυτών του οίκου ήταν ο Αθανάσιος Βαλλιάνος, ο οποίος πρέπει να γεννήθηκε περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 1770. Ο Αθανάσιος μαζί με τη γυναίκα του Φρόνια απέκτησαν οκτώ παιδιά: τη Σαντίνα, το Σπύρο, το Νικόλαο, το Μεταξά, το Μαρίνο (1808-1896), τον Παναγή (1814-1902), τον Ανδρέα (1827-1889) και τη Μαρία. Ο Μαρίνος, ο Παναγής και ο Ανδρέας αποτέλεσαν τη σημαντική αδελφική τριάδα που δημιούργησε τον οίκο των αδελφών Βαλλιάνου.
Η οικογένεια κατάγεται από το Βογατσικό Καστοριάς, αλλά τα μέλη της έδρασαν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη και την Αθήνα. Γενάρχης της οικογένειας του αθηναϊκού κλάδου θεωρείται ο Μάρκος Δραγούμης, Φιλικός και πληρεξούσιος στις εθνοσυνελεύσεις της Τροιζήνας και της Ερμιόνης. Στην Αθήνα η οικογένεια εγκαταστάθηκε λίγο μετά την επανάσταση και σύντομα διακρίθηκε μεταξύ των άλλων οικογενειών, ιδιαίτερα προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Στέφανος Δραγούμης (1842 -1923) διετέλεσε Πρωθυπουργός της Ελλάδας το 1910 και υπήρξε ένας από τους κύριους οργανωτές του Μακεδονικού Αγώνα, μαζί με τον γιο του, Ίωνα Δραγούμη και τον γαμπρό του Παύλο Μελά. Η οικογένεια Δραγούμη συνδέεται με γνωστές οικογένειες της Αθήνας, όπως την οικογένεια Ράλλη, Ζάννου, Μελά και Βαλαωρίτη.
Ο Κίτσος Μακρής γεννήθηκε στη Λάρισα το 1917 και από το 1926 ως το θάνατό του, κατοικούσε στο Βόλο.
Εμβλημα που χρησιμοποιούσε ο Κίτσος Μακρής για τη σφράγιση των βιβλίων
Εμβλημα που χρησιμοποιούσε ο Κίτσος Μακρής για τη σφράγιση των βιβλίων.
Από το 1937 άρχισε τις έρευνες για τη λαϊκή τέχνη, αφορμή για τις οποίες στάθηκε μια παραίνεση του καθηγητή της Ιστορίας της Τέχνης Δημ. Ευαγγελίδη να ασχοληθεί με το Θεόφιλο, που είχε ζήσει και δουλέψει στο Βόλο. Το 1939 εκδίδεται το πρώτο βιβλίο “Ο Ζωγράφος Θεόφιλος”, που υπήρξε η πρώτη ελληνική μελέτη για το θέμα αυτό. Με τη βοήθεια της γυναίκας του Κυβέλης, που είναι φωτογράφος, αποτύπωνε τα μνημεία της λαϊκής τέχνης του Πηλίου, βαδίζοντας πολλές φορές από χωριό σε χωριό και από σπίτι σε σπίτι στην αναζήτηση τόσο των λαϊκών στοιχείων όσο και των λαϊκών καλλιτεχνών. Από την νεανική του ηλικία ήταν δραστήριο μέλος του σωματείου “Φίλοι των Γραμμάτων” και αρθρογραφούσε στη φιλολογική στήλη της εφημερίδας “Η Θεσσαλία”. Την ίδια εποχή δούλευε και σαν τυπογράφος στην επιχείρηση του πατέρα του.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του ΕΑΜ Νέων και υπεύθυνος του καλλιτεχνικού τμήματος της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας. Την άνοιξη του 1944 ανέβηκε στα ορεινά της Καρδίτσας, μαζί με άλλους αγωνιστές, και εκεί παντρεύτηκε την Κυβέλη Ζημέρη. Το 1947 εξορίστηκε στην Ικαρία και μετά, για μεγάλο χρονικό διάστημα έζησε στην Αθήνα, επειδή στο Βόλο, λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, δεν μπορούσε να αναπτύξει ελεύθερα τις δραστηριότητές του.
Γυρίζοντας στο Βόλο πρωτοστάτησε στην ίδρυση της “Δημοκρατικής Συνεργασίας” και από το 1955 ως το 1964 εξελέγη τρεις φορές Δημοτικός Σύμβουλος. Το 1955, μετά τους σεισμούς στη Μαγνησία, αγωνίστηκε για τη διάσωση των θησαυρών του λαϊκού μας πολιτισμού με κίνδυνο πολλές φορές της ζωής του.
Από το 1964 ως το 1982 υπήρξε Διευθυντής του παραρτήματος της Θεσσαλίας του Εθνικού Οργανισμού Ελληνικής Χειροτεχνίας, εκτός από την περίοδο της δικτατορίας (1967-1974) οπότε απολύθηκε. Τα χρόνια εκείνα έζησε ζωγραφίζοντας κεραμεικά στο κατάστημά του, τη "Γωνιά Τέχνης". Ηταν μέλος της "Διεθνούς Ενωσης Τεχνοκριτών", της "Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών", της "Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας", μέλος του Δ.Σ. της "Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης" και Πρόεδρος του "Συνδέσμου Φιλίας Ελλάδας-Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας". Επίσης ήταν πρόεδρος του Ελληνικού τμήματος του ICOMOS.
Ο Κίτσος Μακρής ταξίδευε σε ολόκληρη την Ελλάδα, αναζητώντας τις αλληλεπιδράσεις και εξελίξεις στη λαϊκή μας τέχνη. Τα τελευταία χρόνια επεξέτεινε τις έρευνές του στη μελέτη της λαϊκής τέχνης των χωρών της Βαλκανικής και τις αλληλεπιδράσεις της με αυτή του Ελλαδικού χώρου. Είχε περισσότερη εξειδίκευση στο λαϊκό εικαστικό έργο, προχωρώντας στη διεύρυνση του οικονομικού και κοινωνικού υπόβαθρου, πάνω στο οποίο στηρίχτηκε το λαϊκό καλλιτεχνικό οικοδόμημα.
Διέδοσε το έργο του με περισσότερες από 450 διαλέξεις και μαθήματα σε ολόκληρη την Ελλάδα, ενώ παράλληλα αρθρογραφούσε σε εφημερίδες και περιοδικά. Εκανε πολλές ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές. Πήρε μέρος σε 30 περίπου συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Διοργάνωσε εκθέσεις για τη λαϊκή τέχνη του Πηλίου στη Γενεύη, την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, το Βόλο και αλλού. Εξέδοσε 47 βιβλία και μελέτες, πολλά από τα οποία μεταφράστηκαν στην Αγγλική, Γαλλική, Γερμανική και Σερβική γλώσσα.
Για το έργο του τιμήθηκε με τον Επαινο της Ακαδημίας Αθηνών το 1956, με το Κρατικό Βραβείο Μελέτης το 1960, με το Παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Φοίνικος το 1965, με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1976, με το Χρυσό Μετάλλιο Φιλίας των Λαών Ελλάδας και της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας το 1984, με τιμητική διάκριση από το Δήμο Βόλου το 1987. Τέλος το 1987 ανακηρύχθηκε Επίτιμος Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Το 1986 ήταν υποψήφιος Δήμαρχος Βόλου με το συνδυασμό της "Δημοκρατικής Κίνησης" και Δημοτικός Σύμβουλος ως το θάνατό του.
Πέθανε ξαφνικά στην Αθήνα το Δεκέμβριο του 1988, έχοντας πολλά ακόμα να προσφέρει τόσο στη Λαογραφία, όσο και στην πνευματική και πολιτιστική ζωή του τόπου μας.