Η οικογένεια Ωνάση είναι γνωστή για τη δραστηριότητά της στη διεθνή ναυτιλία και την επιχειρηματικότητα. Κεντρική μορφή υπήρξε ο εφοπλιστής Αριστοτέλης Ωνάσης, ο οποίος δημιούργησε έναν από τους μεγαλύτερους ναυτιλιακούς στόλους του 20ού αιώνα.
Το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων ιδρύθηκε το 1833 ως Γραμματεία επί των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης. Αποτελεί κεντρικό διοικητικό φορέα της ελληνικής κυβέρνησης, υπεύθυνο για τη χάραξη και εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής σε όλες τις βαθμίδες. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του εντάσσεται επίσης η εποπτεία των θρησκευτικών υποθέσεων και η συνεργασία με εκκλησιαστικούς φορείς. Η διοικητική του δομή περιλαμβάνει γενικές γραμματείες, διευθύνσεις και υπηρεσίες που υποστηρίζουν το έργο του.
Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, που τότε ήταν υπό οθωμανική κυριαρχία, σε οικογένεια με θρησκευτική και παραδοσιακή ανατροφή. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος, ενώ η μητέρα του προερχόταν από οικογένεια με θρησκευτικές ευαισθησίες. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια φιλοσοφία στο Παρίσι, όπου ήρθε σε επαφή με τις ιδέες του Henri Bergson και άλλων φιλοσόφων, που διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό τη φιλοσοφική του σκέψη. Κατά τη διάρκεια της ζωής του ταξίδεψε συλλέγοντας εμπειρίες που εμπλούτισαν την καλλιτεχνική και πνευματική του αντίληψη για τον άνθρωπο και την κοινωνία. Οι εμπειρίες του από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ελληνική κοινωνία και οι συγκρούσεις μεταξύ παράδοσης και νεωτερικότητας επηρέασαν το έργο του και τα θέματα που επεξεργάστηκε στα κείμενά του. Ξεκίνησε με ποιητικά και δοκιμιακά έργα, αλλά έγινε παγκοσμίως γνωστός κυρίως για τα μυθιστορήματα του. Τα έργα του χαρακτηρίζονται από φιλοσοφικές αναζητήσεις, υπαρξιακά ερωτήματα, προβληματισμούς για την πίστη, την ελευθερία, τον θάνατο και την ανθρώπινη μοίρα. Ο Καζαντζάκης αντιμετώπισε έντονη κριτική από την Εκκλησία και συντηρητικούς κύκλους, και πολλά έργα του υπέστησαν λογοκρισία ή απαγορεύτηκαν. Παρά τις αντιξοότητες, παρέμεινε αφοσιωμένος στη συγγραφή, ταξιδεύοντας και συνεχίζοντας τη φιλοσοφική του αναζήτηση. Πέθανε αφήνοντας πίσω του μια τεράστια λογοτεχνική κληρονομιά που επηρέασε τη σύγχρονη ελληνική και παγκόσμια σκέψη.
Από το Μέτσοβο μετέβηκε το 1837 στο Κάιρο της Αιγύπτου για να εργαστεί στο εμπορικό κατάστημα του αδελφού του Αναστασίου. Στη συνέχεια, το 1840, εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια. Χάρη στην επιχειρηματική δραστηριότητα και την τόλμη του, εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο έμπορο της Αιγύπτου και σημαντικό μέλος των Ελλήνων της Αιγύπτου. Παράλληλα ασχολήθηκε με τραπεζικές εργασίες, την αγορά και εκμίσθωση κτημάτων ενώ με τα ποταμόπλοιά του στον Νείλο κυριάρχησε στο εσωτερικό και εξωτερικό εμπόριο της Αιγύπτου. Από αυτές τις δραστηριότητες απόκτησε μία τεράστια περιουσία την οποία διέθεσε για εθνικούς και κοινωφελείς σκοπούς. Η πολυεπίπεδη ευεργετική του δράση εκδηλώνεται μέσα από δωρεές σημαντικών ποσών για φιλανθρωπίες, κοινωφελή έργα και δημιουργία εκπαιδευτικών και άλλων υποδομών, στην ελληνική κοινότητα της Αλεξάνδρειας, το Μέτσοβο, την Αθήνα αλλά και γενικότερα προς το ελληνικό κράτος. Μεταξύ αυτών, την ίδρυση Γεωργικής Σχολής στη Λάρισα, την ανέγερση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, τη δωρεά προς το Ωδείο των Αθηνών, τη δωρεά για την αναμαρμάρωση του Παναθηναϊκού σταδίου, όπου τελέστηκαν οι πρώτοι σύγχρονοι ολυμπιακοί αγώνες, την αποπεράτωση του Πολυτεχνείου των Αθηνών και τη δωρεά για τη ναυπήγηση σύγχρονου θωρηκτού με το οποίο η Ελλάδα κυριάρχησε στο Αιγαίο πέλαγος.
Η οικογένεια των Μεδίκων υπήρξε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις της Florence κατά την Αναγέννηση. Η άνοδός της ξεκίνησε μέσω της τραπεζικής δραστηριότητας, με την ίδρυση της Τράπεζας των Μεδίκων τον 14ο αιώνα.Κατά τον 15ο αιώνα, η οικογένεια απέκτησε ουσιαστικό πολιτικό έλεγχο της πόλης. Η οικογένεια διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην πολιτιστική ανάπτυξη της Αναγέννησης, υποστηρίζοντας καλλιτέχνες, επιστήμονες και διανοούμενους. Επιπλέον, μέλη της ανήλθαν στον παπικό θρόνο και σε ευρωπαϊκούς θρόνους.
Στα τέλη του 17ου αιώνα κατέφυγε στο Μέτσοβο όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα ο Αυγερινός Αποστολάκας, ο οποίος είχε έρθει σε σύγκρουση με κάποιους Τούρκους στη Θεσσαλονίκη. Ο υιός του, Μίχος Αποστολάκας (1685–1751) απέκτησε σημαντική περιουσία μέσα από την κτηνοτροφία, την οποία επέκτεινε ο υιός του, Αυγερινός Αποστολάκας, ο οποίος συγκαταλεγόταν ανάμεσα στους πλουσιότερους πολίτες του Μετσόβου. Το επώνυμο άρχισε να μεταβάλλεται από τον Μιχαήλ Αποστολάκα, τον οποίο αποκαλούσαν Μιχαήλ Αυγέρο. Ο τελευταίος πραγματοποίησε δύο γάμους ένας εκ των οποίων με την αδελφή του Αναστασίου Τοσίτσα, πατέρα του Μιχαήλ Τοσίτσα. Ο υιός του τελευταίου Μιχαήλ, Αναστάσιος, μετανάστευσε στην Αίγυπτο, όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο βάμβακος αποκτώντας σημαντική περιουσία. Κατόπιν προσκλήσεώς του εγκαταστάθηκαν εκεί και οι αδελφοί του Αυγερινός, Δημήτριος και Γεώργιος Αβέρωφ. Οι δύο πρώτοι επέστρεψαν και εγκαταστάθηκαν στη Χαλκίδα, όπου αγόρασαν τεράστιες εκτάσεις γης.
Το Ωδείο Αθηνών είναι το αρχαιότερο και πιο καταξιωμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα παραστατικών τεχνών στη σύγχρονη Ελλάδα. Ιδρύθηκε ως μη κερδοσκοπικός οργανισμός το 1871 και στεγάζει κάτω από την ίδια στέγη και τις τρεις βασικές τέχνες: Μουσική, Θέατρο και Χορό.
Παγκοσμίου φήμης προσωπικότητες όπως οι Δημήτρης Μητρόπουλος, Μαρία Κάλλας, Νίκος Σκαλκώτας, Δημήτρης Μυράτ, Κώστας Μουσούρης και Δημήτρης Ροντήρης, μεταξύ πολλών άλλων, σπούδασαν ή ξεκίνησαν την καριέρα τους εδώ. Παράλληλα, η δράση του συνέβαλε στη δημιουργία οργανισμών όπως η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και το Εθνικό Θέατρο.
Επιπλέον, το εμβληματικό του κτίριο στο κέντρο της Αθήνα, το οποίο έχει χαρακτηριστεί επίσημα «Σύγχρονο Αρχιτεκτονικό Μνημείο» από το Υπουργείο Πολιτισμού και έχει σχεδιαστεί από τον Ιωάννης Δεσποτόπουλος —έναν «πρεσβευτή» της μοντέρνας και bauhaus αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα—, το καθιστά έναν μοναδικό και αξιοζήλευτο πολιτιστικό κόμβο. Εκεί φιλοξενούνται ποικίλες σύγχρονες καλλιτεχνικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις, καλλιεργώντας ένα ζωντανό περιβάλλον καλλιτεχνικής έκφρασης για την κοινότητά του, αλλά και για τους κατοίκους και επισκέπτες της πόλης.