Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1895. Πατέρας του ήταν ο Κωνσταντίνος Παπατσώνης, μητέρα του η Αικατερίνη Πρασσά. Σχολείο πήγε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών. Άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα και μεταφράσεις ξένων ποιητών σε νεαρή ηλικία στην εφημερίδα «Ακρόπολις» αλλά και σε άλλες εφημερίδες και περιοδικά. Μετά το σχολείο γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, παρακολουθώντας πολιτικές επιστήμες και Νομική μέχρι το 1920. Το 1927 πήγε στο πανεπιστήμιο στη Γενεύη για να συνεχίσει τις σπουδές του στις οικονομικές επιστήμες. Υπηρέτησε στο Υπουργείο Οικονομικών από το 1914 για σαράντα χρόνια και προβιβάστηκε στη θέση του Γενικού Γραμματέα και ύστερα του διευθυντή. Επίσης διετέλεσε σύμβουλος του ελεγκτικού συνεδρίου, ειδικός οικονομικός σύμβουλος και γενικός γραμματέας του υπουργείου τύπου. Το 1928 αποσύρθηκε στο Άγιο Όρος, όπου έζησε τον μοναχικό βίο για πολλούς μήνες. Νυμφεύτηκε το 1932 την Ευανθία Εμπεδοκλή και έκανε ένα παιδί. Περιηγήθηκε ταξιδεύοντας είτε λόγω της δουλειάς του είτε από προσωπικό πάθος σε Βελιγράδι, την Κωνσταντινούπολη, Ιταλία, Πράγα, Ελβετία, Γαλλία, Βερολίνο, Δρέσδη, Αγγλία, Ισπανία, Βουκουρέστι, Βέρνη, Καρπάθια Όρη, Νέα Υόρκη, Κούβα, Σικάγο, και Σαν Ντιέγκο. Απεβίωσε το 1976. Η κόρη του Μαρία παντρεύτηκε τον Αλέξανδρο Κουντουριώτη. Από το 1935 και για πέντε χρόνια συνεργάστηκε με την εφημερίδα "Καθημερινή", όπου δημοσίευσε κριτικά δοκίμια.
Οι αγωνιστές της επανάστασης Δημήτριος και Ιωάννης, ήσαν γιοι του προεστού της επαρχίας Ανδρούσης, Αναγνώστη Παπατζώνη (πέθανε από δηλητηρίαση το 1811) και η οικογένεια καταγόταν από το Ναζήρι της Μεσσηνίας. Ο Δημήτριος Παπατζώνης έλαβε μέρος στη μάχη του Βαλτετσίου και στην πολιορκία της Τρίπολης και το 1821 εξελέγη μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας. Πολέμησε επίσης στα Δερβενάκια και αλλού και στη διάρκεια του εμφύλιου, το 1824, φυλακίστηκε μαζί με τον Κολοκοτρώνη και άλλους αγωνιστές στην Ύδρα. Όταν αποφυλακίστηκε έλαβε μέρος στη μάχη του Τρίκορφου, αλλά σκοτώθηκε τον Ιούνιο του 1825 πολεμώντας τα στρατεύματα του Ιμπραήμ που είχαν εισβάλει στην Πελοπόννησο. Ο αδελφός του Ιωάννης, είχε το βαθμό του συνταγματάρχη της Φάλαγγας και διετέλεσε υπασπιστής του βασιλιά Όθωνα (1852-1857). Διακρίθηκε με τον Αργυρό και Χρυσό Σταυρό του τάγματος του Σωτήρος.
Ο Όθων Παπατσώνης (1859-;), γιος του Ιωάννη, παντρεύτηκε τη Σοφία (;).
Ο ποιητής Τάκης Παπατσώνης (Αθήνα 1895 - ;) ήταν απόγονος της ίδιας οικογένειας (;).
"Ο Μάρκος Μπότσαρης γεννήθηκε στο Σούλι το 1790 και ήταν ο δευτερότοκος γιος του Κίτσου Μπότσαρη (1754-1813), ηγετικής μορφής της φάρας των Μποτσαραίων. Μετά την κατάληψη του Σουλίου από τον Αλή Πασά το 1803 και τις διώξεις των Σουλιωτών που ακολούθησαν, κατέφυγε με τον πατέρα του και άλλους συμπατριώτες του πρώτα στην Πάργα και στη συνέχεια στην Κέρκυρα. Εκεί εντάχθηκε στο «Αλβανικό Σύνταγμα», που είχαν συγκροτήσει οι Γάλλοι κι έφθασε μέχρι το βαθμό του εκατόνταρχου.Το 1813 επέστρεψε στην Ήπειρο και τον Ιανουάριο του 1814 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Κακόλακκο Πωγωνίου, όπου διορίστηκε αρχηγός της περιοχής από τον Αλή Πασά. Τον ίδιο χρόνο έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρίας. Το 1820, μαζί με τον θείο του Νότη και άλλους Σουλιώτες, πολέμησε στο πλευρό των σουλτανικών δυνάμεων, που πολιορκούσαν τον ανυπάκουο Αλή Πασά στα Ιωάννινα, έχοντας λάβει την υπόσχεση ότι θα ξαναγυρνούσαν στην πατρίδα τους.Με την έκρηξη της Επανάστασης, ο Μάρκος Μπότσαρης πήρε μέρος στις νικηφόρες μάχες στο Κομπότι της Άρτας (3 Ιουλίου 1821) και στην Πλάκα (Σεπτέμβριος 1821) εναντίον του Τοπάλ Αλί Πασά και στα Δερβιζανά εναντίον του Τουρκομακεδόνων του Καπλάν Μπέη (12 Οκτωβρίου 1822). Στις 12 Νοεμβρίου 1821 συμμετείχε στην πολιορκία και την άλωση της Άρτας (17 Νοεμβρίου 1821).Το καλοκαίρι του 1823 προσπάθησε να ανακόψει το δρόμο στα οθωμανικά στρατεύματα που επέδραμαν προς τη δυτική Ρούμελη, όπου και πέθανε.
"Η οικογένεια Μαυροκορδάτου ή Μαυρογορδάτου είναι ίσως η σημαντικότερη του Φαναρίου λόγω της εξέχουσας θέσης που απόκτησε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και της εκπληκτικής προσφοράς της στην αναγέννηση του ελληνικού και του ρουμανικού έθνους. Προέρχεται από επιμειξία γόνων των βυζαντινών οίκων Μαύρου και Γορδάτου οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί στη Χίο. Η οικογένεια Μαυροκορδάτου ανέδειξε ένα Μητροπολίτη Παροναξίας και έναν Αρχιεπίσκοπο Vidin Ρουμανίας, έξι ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας. Ξεχωριστή θέση στη γενεαλογία του οίκου, κατέχει ο Αλέξανδρος Νικολάου Μαυροκορδάτος ο εξ’ Απορρήτων (1641-1709), Μέγας Δραγουμάνος
Υψηλής Πύλης, και ο Αλέξανδρος Νικολάου Μαυροκορδάτος (1791-1865), μέλος της Φιλικής Εταιρείας, Ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης. Οι Μαυροκορδάτοι μετοίκησαν στην Κωνσταντινούπολη από τον 17ο αιώνα, στην Σμύρνη, στην Οδησσό και στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες από τον 18ο, ενώ μετά την Σφαγή του 1822 μετανάστευσαν στην Αγγλία, στην Γαλλία, στην Ιταλία, στη Ρωσία, στην Αλεξάνδρεια και στη
Μαυροκορδάτοι ζουν σήμερα στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στο Λονδίνο και στο Παρίσι.
Η οικογένεια Λεβίδη ήταν παλιά βυζαντινή οικογένεια ευγενών στρατιωτικών και πολιτικών με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Κατά τον 17ο και 19ο αιώνα πολλά μέλη της ιστορικής αυτής οικογένειας ανήλθαν σε υψηλές θέσεις του Πατριαρχείου και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και παρείχαν μεγάλες υπηρεσίες στο υπόδουλο ελληνικό γένος. Μετά τις σφαγές της Κωνσταντινούπολης το 1821, μέλη της οικογένειας κατέφυγαν στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, στη Βλαχία στη Μολδαβία και στη Ρωσία και διακρίθηκαν κατά την διάρκεια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας αλλά και μετά την απελευθέρωση των Ελλήνων.
Μετά την ανεξαρτησία της Ελλάδας τα μέλη της οικογένειας Λεβίδη διέπρεψαν στην πολιτική ενώ αρκετοί ακολούθησαν στρατιωτική και διπλωματική σταδιοδρομία. Γνωστός είναι και ο Λόφος Λεβίδη, στην Παλλήνη Αττικής ιδιοκτησία της οικογένειας Λεβίδη μετά τις αρχές του 20ου αιώνα.
Η οικογένεια του Στέφανου και της Ελίζας Δραγούμη αποτελεί σημαντική ελληνική οικογένεια με παρουσία και δραστηριότητα κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα. Ο Στέφανος Δραγούμης συνδέθηκε με την πολιτική και δημόσια ζωή της Ελλάδας, ενώ τα μέλη της οικογένειας δραστηριοποιήθηκαν σε διαφορετικούς τομείς της κοινωνικής, πολιτικής, πνευματικής και πολιτιστικής ζωής.
Ο Στέφανος και η Ελίζα Δραγούμη απέκτησαν πολυμελή οικογένεια. Μεταξύ των παιδιών τους περιλαμβάνονται η Ναταλία Μελά, ο Νίκος Δραγούμης, η Έφη Καλλέργη, η Χαρίκλεια Κοκκώνη, η Αλεξάνδρα Ξύδη-Κριεζή, η Ζωή Palencia, η Μαρίκα Καζούλη και ο Αλέξανδρος Δραγούμης. Η οικογενειακή αρχειακή τεκμηρίωση περιλαμβάνει επίσης υλικό για μέλη της ευρύτερης οικογένειας Δραγούμη.
Η οικογένεια συνδέεται επίσης μέσω της Ελίζας Δραγούμη με την οικογένεια Κοντογιαννάκη. Η αρχειακή συλλογή της οικογένειας περιλαμβάνει αλληλογραφία, φωτογραφίες και σημειώματα που τεκμηριώνουν τη ζωή και τις σχέσεις των μελών της.