ο 1905 η εταιρία «Καπαντζής-Καζάζης και Σία», ίδρυσε στη Θεσσαλονίκη ένα μεγάλο υφαντουργείο το οποίο περιλάμβανε υφαντήριο, βαφείο και φεσοποιείο[1]. Διέθετε μια ανθρακιτομηχανή και αργαλειούς ενώ χρησιμοποιούσε ως πρώτη ύλη την έτοιμη μάλλινη κλωστή. Το 1909 το εργοστάσιο κάηκε και στη συνέχεια το 1910 μετατράπηκε σε «Ανώνυμος Οθωμανική Εταιρία Υφασμάτων και Φεσιών». Μετέπειτα το εργοστάσιο εκσυγχρονίστηκε και ως πρώτη ύλη χρησιμοποιούσε το ακατέργαστο μαλλί, αλλά τελικά έκλεισε λόγω έλλειψης κεφαλαίων και εξειδικευμένου προσωπικού. Το 1925 επαναλειτουργεί με την επωνυμία «Εργάνη» υπό τον Μακεδόνα έμπορο Αθανάσιο Μακρή. Το 1926 συγχωνεύτηκε η "Εργάνη" σε Α.Ε. Η «Ανώνυμος Εταιρία Βιομηχανίας Υφασμάτων ΥΦΑΝΕΤ» βρισκόταν στη συμβολή των οδών Ομήρου και Παπάφη της περιοχής Αγίου Φανουρίου στις εγκαταστάσεις της παλιάς Οθωμανικής Εταιρίας Υφασμάτων και Φεσίων. Οι νέες εγκαταστάσεις σχεδιάζονται την περίοδο 1926-30 από τους αρχιτέκτονες Α. Νικόπουλο και Κ. Κοκορόπουλο[2]. Ιδρυτής της ήταν ο Αθανάσιος Μακρής αλλά συμμετείχε και η Τράπεζα Αθηνών με ποσοστό 25%. Το 1936 η παραγωγή του εργοστασίου ανερχόταν σε 300.000 μέτρα ύφασμα και απασχολούσε 550 εργαζόμενους. Με την έναρξη του πολέμου, η παραγωγή του εργοστασίου αξιοποιείται για τις ανάγκες του στρατού και κατά την περίοδο της Κατοχής υπολειτουργεί. Μεταπολεμικά, η επιχείρηση απασχολεί 1300 άτομα προσωπικό και αποτελεί μια από τις σημαντικότερες βιομηχανίες στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια. Το 1951 μετά από μια μεγάλη πυρκαγιά το μεγαλύτερο τμήμα του εργοστασίου καίγεται και από τότε δημιουργήθηκαν πολλαπλά προβλήματα τα οποία δεν ξεπεράστηκαν, με συνέπεια το οριστικό κλείσιμο του εργοστασίου το Δεκέμβριο του 1964. Το εργοστάσιο επήλθε στην κυριότητα της Εθνικής Τράπεζας, ενώ τα μηχανήματα και τα εμπορεύματα του εκποιήθηκαν.
"Το Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας ιδρύθηκε το ακαδημαϊκό έτος 1950/51 ως ένα από τα τέσσερα τμήματα του Ινστιτούτου
Ξένων Γλωσσών και Φιλολογιών (Ι.Ξ.Γ.Φ.), που ήταν Παράρτημα της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ (Ν.5139/1931)."
Ο Μάνος Χαριτάτος γεννήθηκε το 1944 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Το 1953, η οικογένεια Χαριτάτου εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και ο Μάνος ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές του στο Κολέγιο και στη συνέχεια φοίτησε στο Οικονομικό Τμήμα της Νομικής Σχολής Αθηνών.
Τη δεκαετία του 1960, μαζί με τον φίλο του ιστορικό Δημήτρη Πόρτολο, ο Μάνος Χαριτάτος άρχισε να συλλέγει αρχεία, έντυπα και άλλα τεκμήρια. Το 1980 ίδρυσαν το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο. Χάρη στο πάθος τους για τη νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία και λογοτεχνία, στο ΕΛΙΑ διασώθηκαν αρχεία ιστορικών προσωπικοτήτων και λογοτεχνών, σπάνια βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες, φωτογραφίες, χάρτες, παρτιτούρες, θεατρικά προγράμματα, αντικείμενα, εφήμερο υλικό. Υπερβαίνοντας, ωστόσο, τον ρόλο του «μανιώδους συλλέκτη», ο Μάνος Χαριτάτος επέλεξε εξαρχής τη δημιουργία ενός φορέα ανοιχτού στην έρευνα και προσέφερε έτσι ανεκτίμητη υπηρεσία στην ιστορική γνώση, που εντέλει συμβάλλει στην εθνική μας αυτογνωσία.
Μέχρι τον θάνατό του, στις 27 Δεκεμβρίου του 2012, ο Μάνος υπήρξε η ψυχή και η κινητήρια δύναμη του ΕΛΙΑ και παραμένει πηγή έμπνευσης για τους φίλους και τους συνεργάτες του.
Ο Δημήτριος Π. Χαριτάτος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1910. Σπούδασε φιλοσοφία, νομικά και πολιτικές επιστήμες στο Παρίσι και στη Χάγη και ήταν πολύγλωσσος. Έζησε και εργάστηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου γνωρίστηκε με τον Καβάφη και εντάχθηκε στον κύκλο του, αλλά από το 1962 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και εργάστηκε στο Αλουμίνιον της Ελλάδος, καθώς και ως σύμβουλος δημοσίων σχέσεων. Πέθανε το 1993.