"Η οικογένεια Μαυροκορδάτου ή Μαυρογορδάτου είναι ίσως η σημαντικότερη του Φαναρίου λόγω της εξέχουσας θέσης που απόκτησε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και της εκπληκτικής προσφοράς της στην αναγέννηση του ελληνικού και του ρουμανικού έθνους. Προέρχεται από επιμειξία γόνων των βυζαντινών οίκων Μαύρου και Γορδάτου οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί στη Χίο. Η οικογένεια Μαυροκορδάτου ανέδειξε ένα Μητροπολίτη Παροναξίας και έναν Αρχιεπίσκοπο Vidin Ρουμανίας, έξι ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας. Ξεχωριστή θέση στη γενεαλογία του οίκου, κατέχει ο Αλέξανδρος Νικολάου Μαυροκορδάτος ο εξ’ Απορρήτων (1641-1709), Μέγας Δραγουμάνος
Υψηλής Πύλης, και ο Αλέξανδρος Νικολάου Μαυροκορδάτος (1791-1865), μέλος της Φιλικής Εταιρείας, Ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης. Οι Μαυροκορδάτοι μετοίκησαν στην Κωνσταντινούπολη από τον 17ο αιώνα, στην Σμύρνη, στην Οδησσό και στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες από τον 18ο, ενώ μετά την Σφαγή του 1822 μετανάστευσαν στην Αγγλία, στην Γαλλία, στην Ιταλία, στη Ρωσία, στην Αλεξάνδρεια και στη
Μαυροκορδάτοι ζουν σήμερα στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στο Λονδίνο και στο Παρίσι.
"Ο Μάρκος Μπότσαρης γεννήθηκε στο Σούλι το 1790 και ήταν ο δευτερότοκος γιος του Κίτσου Μπότσαρη (1754-1813), ηγετικής μορφής της φάρας των Μποτσαραίων. Μετά την κατάληψη του Σουλίου από τον Αλή Πασά το 1803 και τις διώξεις των Σουλιωτών που ακολούθησαν, κατέφυγε με τον πατέρα του και άλλους συμπατριώτες του πρώτα στην Πάργα και στη συνέχεια στην Κέρκυρα. Εκεί εντάχθηκε στο «Αλβανικό Σύνταγμα», που είχαν συγκροτήσει οι Γάλλοι κι έφθασε μέχρι το βαθμό του εκατόνταρχου.Το 1813 επέστρεψε στην Ήπειρο και τον Ιανουάριο του 1814 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Κακόλακκο Πωγωνίου, όπου διορίστηκε αρχηγός της περιοχής από τον Αλή Πασά. Τον ίδιο χρόνο έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρίας. Το 1820, μαζί με τον θείο του Νότη και άλλους Σουλιώτες, πολέμησε στο πλευρό των σουλτανικών δυνάμεων, που πολιορκούσαν τον ανυπάκουο Αλή Πασά στα Ιωάννινα, έχοντας λάβει την υπόσχεση ότι θα ξαναγυρνούσαν στην πατρίδα τους.Με την έκρηξη της Επανάστασης, ο Μάρκος Μπότσαρης πήρε μέρος στις νικηφόρες μάχες στο Κομπότι της Άρτας (3 Ιουλίου 1821) και στην Πλάκα (Σεπτέμβριος 1821) εναντίον του Τοπάλ Αλί Πασά και στα Δερβιζανά εναντίον του Τουρκομακεδόνων του Καπλάν Μπέη (12 Οκτωβρίου 1822). Στις 12 Νοεμβρίου 1821 συμμετείχε στην πολιορκία και την άλωση της Άρτας (17 Νοεμβρίου 1821).Το καλοκαίρι του 1823 προσπάθησε να ανακόψει το δρόμο στα οθωμανικά στρατεύματα που επέδραμαν προς τη δυτική Ρούμελη, όπου και πέθανε.
Οι αγωνιστές της επανάστασης Δημήτριος και Ιωάννης, ήσαν γιοι του προεστού της επαρχίας Ανδρούσης, Αναγνώστη Παπατζώνη (πέθανε από δηλητηρίαση το 1811) και η οικογένεια καταγόταν από το Ναζήρι της Μεσσηνίας. Ο Δημήτριος Παπατζώνης έλαβε μέρος στη μάχη του Βαλτετσίου και στην πολιορκία της Τρίπολης και το 1821 εξελέγη μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας. Πολέμησε επίσης στα Δερβενάκια και αλλού και στη διάρκεια του εμφύλιου, το 1824, φυλακίστηκε μαζί με τον Κολοκοτρώνη και άλλους αγωνιστές στην Ύδρα. Όταν αποφυλακίστηκε έλαβε μέρος στη μάχη του Τρίκορφου, αλλά σκοτώθηκε τον Ιούνιο του 1825 πολεμώντας τα στρατεύματα του Ιμπραήμ που είχαν εισβάλει στην Πελοπόννησο. Ο αδελφός του Ιωάννης, είχε το βαθμό του συνταγματάρχη της Φάλαγγας και διετέλεσε υπασπιστής του βασιλιά Όθωνα (1852-1857). Διακρίθηκε με τον Αργυρό και Χρυσό Σταυρό του τάγματος του Σωτήρος.
Ο Όθων Παπατσώνης (1859-;), γιος του Ιωάννη, παντρεύτηκε τη Σοφία (;).
Ο ποιητής Τάκης Παπατσώνης (Αθήνα 1895 - ;) ήταν απόγονος της ίδιας οικογένειας (;).
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1895. Πατέρας του ήταν ο Κωνσταντίνος Παπατσώνης, μητέρα του η Αικατερίνη Πρασσά. Σχολείο πήγε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών. Άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα και μεταφράσεις ξένων ποιητών σε νεαρή ηλικία στην εφημερίδα «Ακρόπολις» αλλά και σε άλλες εφημερίδες και περιοδικά. Μετά το σχολείο γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, παρακολουθώντας πολιτικές επιστήμες και Νομική μέχρι το 1920. Το 1927 πήγε στο πανεπιστήμιο στη Γενεύη για να συνεχίσει τις σπουδές του στις οικονομικές επιστήμες. Υπηρέτησε στο Υπουργείο Οικονομικών από το 1914 για σαράντα χρόνια και προβιβάστηκε στη θέση του Γενικού Γραμματέα και ύστερα του διευθυντή. Επίσης διετέλεσε σύμβουλος του ελεγκτικού συνεδρίου, ειδικός οικονομικός σύμβουλος και γενικός γραμματέας του υπουργείου τύπου. Το 1928 αποσύρθηκε στο Άγιο Όρος, όπου έζησε τον μοναχικό βίο για πολλούς μήνες. Νυμφεύτηκε το 1932 την Ευανθία Εμπεδοκλή και έκανε ένα παιδί. Περιηγήθηκε ταξιδεύοντας είτε λόγω της δουλειάς του είτε από προσωπικό πάθος σε Βελιγράδι, την Κωνσταντινούπολη, Ιταλία, Πράγα, Ελβετία, Γαλλία, Βερολίνο, Δρέσδη, Αγγλία, Ισπανία, Βουκουρέστι, Βέρνη, Καρπάθια Όρη, Νέα Υόρκη, Κούβα, Σικάγο, και Σαν Ντιέγκο. Απεβίωσε το 1976. Η κόρη του Μαρία παντρεύτηκε τον Αλέξανδρο Κουντουριώτη. Από το 1935 και για πέντε χρόνια συνεργάστηκε με την εφημερίδα "Καθημερινή", όπου δημοσίευσε κριτικά δοκίμια.
Ο Σοφοκλής Βενιζέλος ήταν δευτερότοκος γιος του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η μητέρα του, Μαρία Βενιζέλου, το γένος Σοφοκλή Κατελούζου ή Ελευθερίου, έπαθε λοίμωξη (επιλόχειο πυρετό) μετά τη γέννηση του Σοφοκλή και υπέκυψε λίγες ημέρες αργότερα. Ο μεγάλος του αδελφός, Κυριάκος, και ο Σοφοκλής μεγάλωσαν κοντά στη θεία τους Μαριώ Βενιζέλου.
Γεννήθηκε στα Ταταύλα της Κωνσταντινούπολης το 1790.
Τη νύκτα της 27 Μαρτίου 1821 επόμενη του αποκεφαλισμού του αδελφού του, Δημήτριου, κατά την επιδρομή του όχλου και τη λεηλασία του μεγάρου των Λεβίδη, διέφυγε πηδώντας από το παράθυρο του άνω ορόφου στον κήπο και κατέφυγε σε φιλικό σπίτι στην Κωνσταντινούπολη, από εκεί, μεταμφιεσμένος ναύτης κατόρθωσε να επιβιβαστεί σε Ρωσικό εμπορικό πλοίο προς την Οδησσό. Από εκεί μέσω της κεντρικής Ευρώπης, έφτασε στο Παρίσι όπου και παρέμεινε μικρό χρονικό διάστημα.
Το 1822 έφτασε στην Ελλάδα με πρόθεση να συμβάλει στον αγώνα για την απελευθέρωση. Μετέβη στο Μεσολόγγι οπού ενήργησε σημαντικότατη εισφορά από την προσωπική του περιουσία για τον σκοπό της ανέγερσης των τειχών και του φρουρίου του Μεσολογγίου (1822) και ανέλαβε να προμηθεύει τα χρειώδη στους πολιορκούμενους. Με κίνδυνο της ζωής του διήλθε δύο φορές διά μέσου του Τουρκικού στρατού και κατάφερε να φτάσει στα Επτάνησα όπου είχε αποσταλεί από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Αποβιβάστηκε στη Ζάκυνθο το 1823 όπου και εξαργύρωσε εθνικά ομόλογα με σκοπό την υποστήριξη του αγώνα.”Ενήργησε μετά τοιάυτης δραστηριότητος ώστε ενεθουσίασε τους κατοίκους της ωραίας αυτής νήσου.” Επιστρέφοντας στο Μεσολόγγι, εισήγαγε επιστολές, τροφές και πολεμοφόδια στην πολιορκημένη πόλη. Το 1824 αναχωρεί ξανά για τα Επτάνησα με σκοπό να αγοράσει εφόδια και “προς εκκαθάρισιν των εκκρεμών λογαριασμών της προσωρινής Διοικήσεως”, απεσταλμένος και πάλι του Μαυροκορδάτου. Μεταβαίνει στη Ζάκυνθο, Ιθάκη και Κεφαλονιά και από εκεί επιστρέφει στη Ζάκυνθο για να διαπραγματευθεί τα γνωστά εθνικά δάνεια του 1824 και 1825. Από εκεί βρίσκεται στην Ύδρα από όπου “απεστάλη εν μέσω πολλών και μεγάλων κινδύνων” ξανά στην Κεφαλονιά. Με τις ενέργειές του συντελεί στην πραγμάτωση της σύναψης του δανείου των 20.000 ταλίρων και για τον σκοπό συναντάει στην Κεφαλονιά τον Λόρδο Βύρωνα.
Στην καταστροφή της νήσου Σφακτηρίας (9 Μαΐου 1825) κινδύνευσε να αιχμαλωτιστεί, μα διασώθηκε κολυμπώντας ”ως ων δεινός κολυμβητής” μαζί με τον Μαυροκορδάτο, μέχρι το Ναβαρίνο όπου επιβιβάστηκαν “μισοπνιγμένοι” στο πλοίο “Άρης” του Ναυάρχου Αναστάσιου Τσαμαδού.
4 Ιανουαρίου 1825 τιμητικά ανακηρύσσεται επίτιμος πολίτης Μεσολογγίου. Το 1825 Γενικός Τροφοδότης της εκστρατείας και Επιθεωρητής των στρατευμάτων υπό τον Γ. Κουντουριώτη. Το 1827 αναλαμβάνει Φροντιστής στο στρατόπεδο του Γ. Καραϊσκάκη στο Φάληρο. Πήρε μέρος στις μάχες του Φαλήρου, όπου αγωνίστηκε γενναία. Το 1829 διορίζεται Φροντιστής του στρατού στη Ναύπακτο υπό τον Ρ. Τσώρτς στην εκστρατεία για την ανακατάληψη της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Συμμετείχε στην εκστρατεία εναντίον των Αιγυπτίων στο Λιγοβίστι και πήρε μέρος στη μάχη για την άμυνα του Νεοκάστρου κατά του Ιμπραήμ. Απεσταλμένος του Προέδρου του Εκτελεστικού Γ. Κουντουριώτη από το Ναύπλιο κατόρθωσε να εισέλθει για μια ακόμη φορά στο το στενά πολιορκούμενο Μεσολόγγι, αναπτερώνοντας το θάρρος των πολιορκημένων. Μετά το τέλος της Επανάστασης, εγκαταστάθηκε στη Σύρο το 1832, όπου ανέλαβε τη διεύθυνση του Τελωνίου Σύρου.
Μεγάλης ιστορικής σημασίας είναι η αλληλογραφία του καθ΄ολη τη διάρκεια του αγώνα με τον προσωπικό του φίλο Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο καθώς και με τον Γεώργιο Πραΐδη, αλλά και τα κατάλοιπα έγγραφα που αφορούν την εκστρατεία του 1825 υπό τον Γ. Κουντουριώτη. Επιστολές του σώζονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.
Στις 8-9 Μαΐου 2007 δημοπρατήθηκε από τον οίκο Hermann-Historica του Μονάχου, το “Αρχείο Σταμάτη Λεβίδη” αποτελούμενο από συλλογή 120 έγγραφων, ανάμεσα τους επιστολές και αλληλογραφία με τους Κολλέτη, Κουντουριώτη, Νοταρά, Τσαμαδό, Μαυρομιχάλη, Αναγνωσταρά, Καποδίστρια, χάρτες και άλλα τεκμήρια των χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης (1823-1862). Παρά το δηλωμένο ενδιαφέρον, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να επικρατήσει και έχασε το σημαντικό αρχείο. Πλειοδότησε ανώνυμος Έλληνας αγοραστής.