Η καταγωγή των Καποδίστρια είναι από το ακρωτήριο Ίστρια της Αδριατικής (Capo d'Istria) ενώ κατ' άλλους από τη Βενετία.[1] Εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα το 1375 και εγγράφηκαν στην Χρυσή Βίβλο της Κέρκυρας το 1477.[2] Όλοι οι απόγονοι[1] του Νικολάου και του Αντωνίου Καποδίστρια είχαν το δικαίωμα να φέρουν τον τίτλο του κόμη, που τους είχε απονείμει ο Κάρολος Εμμανουήλ Β΄, δούκας της Σαβοΐας και βασιλιάς της Κύπρου, το 1689. Η αναγνώριση του τίτλου από την Δημοκρατία της Βενετίας πραγματοποιήθηκε μόλις την 1η Ιουλίου 1796. Ο Κάρολος Εμμανουήλ Β΄ είχε πεθάνει ήδη από το 1675, γεγονός που καθιστά αδύνατο να παραχώρησε τίτλο ευγενείας στους Καποδίστρια το 1689, δεκατέσσερα χρόνια δηλαδή μετά τον θάνατό του. Το λάθος αυτό δεν έγινε αντιληπτό από κανέναν μέχρι το 1968, οπότε και το επισήμανε ο Ricaldone. Έρευνες στα ιστορικά αρχεία του οίκου της Σαβοΐας δεν κατέστησαν δυνατή την εύρεση κάποιου στοιχείου σχετικά με την παραχώρηση τίτλου ευγενίας στους Καποδίστρια. Πιθανόν είναι είτε να πρόκειται για λάθος στο έγγραφο είτε ο τίτλος να μην παραχωρήθηκε ποτέ.[1]
Κατά τον 15ο αιώνα απέκτησαν τεράστιες εκτάσεις στο νησί και σταδιακά η οικογένεια διακρίθηκε σε τρείς κλάδους[3]: των Σούφη, της κοντράδας των Μουράγιων και του Αγίου Δημητρίου. Από αυτής των Μουράγιων προήλθαν οι περισσότεροι πολιτικοί που φέρουν το επώνυμο Καποδίστριας ενώ από των Σούφη ο Λορέντζος Μαβίλης[3]. Τα μέλη της οικογένειας συνδέθηκαν με επιγαμίες με σημαντικές οικογένειες του νησιού όπως η Οικογένεια Βλασοπούλου, η Οικογένεια Γονέμη, η Οικογένεια Βασιλάκη και άλλες.
Το Ίδρυμα διοικείται από δεκαπενταμελές Διοικητικό Συμβούλιο. Τα αρχικά μέλη του Δ.Σ., τα οποία καθόρισε το 1975 ο Αριστοτέλης Ωνάσης στη διαθήκη του ως ισόβια μέλη, ήταν έμπιστα στελέχη και επιχειρηματικοί συνεργάτες του. Ανάμεσα τους ήταν οι Νίκος Κοκκίνης, Μιχάλης Δολόγλου, Στέλιος Παπαδημητρίου, Παύλος Ιωαννίδης, Απόστολος Ζαμπέλας, Creon Brown, κ.ά. Σε αυτούς, προστέθηκαν με την πάροδο του χρόνου άλλα σημαντικά στελέχη των επιχειρήσεων του Ωνάση, όπως ο Θεόδωρος Γαβριηλίδης
Πρώτη Πρόεδρος του Ιδρύματος ήταν η Χριστίνα Ωνάση, μέχρι τον θάνατό της το 1988. Την διαδέχθηκε ο Στέλιος Παπαδημητρίου, έμπιστος δικηγόρος του Αριστοτέλη Ωνάση, εκτελεστής της διαθήκης του και επικεφαλής των ναυτιλιακών επιχειρήσεών του. Ο Στέλιος Παπαδημητρίου απεβίωσε το 2005.
Τον διαδέχτηκε ο γιος του Αντώνης Σ. Παπαδημητρίου, ο οποίος είναι ο πρόεδρος του Δ.Σ. μέχρι σήμερα.
Ο Κίτσος Μακρής γεννήθηκε στη Λάρισα το 1917 και από το 1926 ως το θάνατό του, κατοικούσε στο Βόλο.
Εμβλημα που χρησιμοποιούσε ο Κίτσος Μακρής για τη σφράγιση των βιβλίων
Εμβλημα που χρησιμοποιούσε ο Κίτσος Μακρής για τη σφράγιση των βιβλίων.
Από το 1937 άρχισε τις έρευνες για τη λαϊκή τέχνη, αφορμή για τις οποίες στάθηκε μια παραίνεση του καθηγητή της Ιστορίας της Τέχνης Δημ. Ευαγγελίδη να ασχοληθεί με το Θεόφιλο, που είχε ζήσει και δουλέψει στο Βόλο. Το 1939 εκδίδεται το πρώτο βιβλίο “Ο Ζωγράφος Θεόφιλος”, που υπήρξε η πρώτη ελληνική μελέτη για το θέμα αυτό. Με τη βοήθεια της γυναίκας του Κυβέλης, που είναι φωτογράφος, αποτύπωνε τα μνημεία της λαϊκής τέχνης του Πηλίου, βαδίζοντας πολλές φορές από χωριό σε χωριό και από σπίτι σε σπίτι στην αναζήτηση τόσο των λαϊκών στοιχείων όσο και των λαϊκών καλλιτεχνών. Από την νεανική του ηλικία ήταν δραστήριο μέλος του σωματείου “Φίλοι των Γραμμάτων” και αρθρογραφούσε στη φιλολογική στήλη της εφημερίδας “Η Θεσσαλία”. Την ίδια εποχή δούλευε και σαν τυπογράφος στην επιχείρηση του πατέρα του.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του ΕΑΜ Νέων και υπεύθυνος του καλλιτεχνικού τμήματος της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας. Την άνοιξη του 1944 ανέβηκε στα ορεινά της Καρδίτσας, μαζί με άλλους αγωνιστές, και εκεί παντρεύτηκε την Κυβέλη Ζημέρη. Το 1947 εξορίστηκε στην Ικαρία και μετά, για μεγάλο χρονικό διάστημα έζησε στην Αθήνα, επειδή στο Βόλο, λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, δεν μπορούσε να αναπτύξει ελεύθερα τις δραστηριότητές του.
Γυρίζοντας στο Βόλο πρωτοστάτησε στην ίδρυση της “Δημοκρατικής Συνεργασίας” και από το 1955 ως το 1964 εξελέγη τρεις φορές Δημοτικός Σύμβουλος. Το 1955, μετά τους σεισμούς στη Μαγνησία, αγωνίστηκε για τη διάσωση των θησαυρών του λαϊκού μας πολιτισμού με κίνδυνο πολλές φορές της ζωής του.
Από το 1964 ως το 1982 υπήρξε Διευθυντής του παραρτήματος της Θεσσαλίας του Εθνικού Οργανισμού Ελληνικής Χειροτεχνίας, εκτός από την περίοδο της δικτατορίας (1967-1974) οπότε απολύθηκε. Τα χρόνια εκείνα έζησε ζωγραφίζοντας κεραμεικά στο κατάστημά του, τη "Γωνιά Τέχνης". Ηταν μέλος της "Διεθνούς Ενωσης Τεχνοκριτών", της "Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών", της "Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας", μέλος του Δ.Σ. της "Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης" και Πρόεδρος του "Συνδέσμου Φιλίας Ελλάδας-Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας". Επίσης ήταν πρόεδρος του Ελληνικού τμήματος του ICOMOS.
Ο Κίτσος Μακρής ταξίδευε σε ολόκληρη την Ελλάδα, αναζητώντας τις αλληλεπιδράσεις και εξελίξεις στη λαϊκή μας τέχνη. Τα τελευταία χρόνια επεξέτεινε τις έρευνές του στη μελέτη της λαϊκής τέχνης των χωρών της Βαλκανικής και τις αλληλεπιδράσεις της με αυτή του Ελλαδικού χώρου. Είχε περισσότερη εξειδίκευση στο λαϊκό εικαστικό έργο, προχωρώντας στη διεύρυνση του οικονομικού και κοινωνικού υπόβαθρου, πάνω στο οποίο στηρίχτηκε το λαϊκό καλλιτεχνικό οικοδόμημα.
Διέδοσε το έργο του με περισσότερες από 450 διαλέξεις και μαθήματα σε ολόκληρη την Ελλάδα, ενώ παράλληλα αρθρογραφούσε σε εφημερίδες και περιοδικά. Εκανε πολλές ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές. Πήρε μέρος σε 30 περίπου συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Διοργάνωσε εκθέσεις για τη λαϊκή τέχνη του Πηλίου στη Γενεύη, την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, το Βόλο και αλλού. Εξέδοσε 47 βιβλία και μελέτες, πολλά από τα οποία μεταφράστηκαν στην Αγγλική, Γαλλική, Γερμανική και Σερβική γλώσσα.
Για το έργο του τιμήθηκε με τον Επαινο της Ακαδημίας Αθηνών το 1956, με το Κρατικό Βραβείο Μελέτης το 1960, με το Παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Φοίνικος το 1965, με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1976, με το Χρυσό Μετάλλιο Φιλίας των Λαών Ελλάδας και της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας το 1984, με τιμητική διάκριση από το Δήμο Βόλου το 1987. Τέλος το 1987 ανακηρύχθηκε Επίτιμος Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Το 1986 ήταν υποψήφιος Δήμαρχος Βόλου με το συνδυασμό της "Δημοκρατικής Κίνησης" και Δημοτικός Σύμβουλος ως το θάνατό του.
Πέθανε ξαφνικά στην Αθήνα το Δεκέμβριο του 1988, έχοντας πολλά ακόμα να προσφέρει τόσο στη Λαογραφία, όσο και στην πνευματική και πολιτιστική ζωή του τόπου μας.