Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1878 και σπούδασε Νομική. Υπήρξε
διπλωμάτης καριέρας (1899-1915) υπηρετώντας σε Μοναστήρι,
Σέρρες, Κωνσταντινούπολη και Αγία Πετρούπολη.
Πρωταγωνίστησε στην οργάνωση των ελληνικών κοινοτήτων στη
Μακεδονία και την Κωνσταντινούπολη. Το 1915 παραιτήθηκε για
να πολιτευθεί και εκλέχθηκε βουλευτής Φλωρίνης. Λόγω της
αντιπολιτευτικής του δράσης εξορίστηκε στην Κορσική και τη
Σκόπελο (1917-1919). Δολοφονήθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιουλίου
1920.
Η Δυναστεία των Παλαιολόγων ήταν η τελευταία αυτοκρατορική οικογένεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Γενάρχης της ήταν ο Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγος ο οποίος ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας το 1261, όταν ανακατέλαβε την Κωνσταντινούπολη και κατέλυσε τη Λατινική Αυτοκρατορία η οποία είχε ιδρυθεί μετά την Δ΄ Σταυροφορία. Η Δυναστεία των Παλαιολόγων διήρκεσε μέχρι τις 29 Μαΐου 1453 και την άλωση της Κωνσταντινούπολης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, με τελευταίο βυζαντινό αυτοκράτορα των Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο.
Τα χρονικά όρια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ξεκινούν από τα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης στις 11 Μαΐου 330 και φτάνουν ως την τελική της πτώση, την Άλωση από τους Οθωμανούς, στις 29 Μαΐου 1453.[3] Τα όριά της μέσα στα εκτεταμένα χρονικά όρια ζωής άλλαξαν πολλές φορές αλλά στη μεγαλύτερή της έκταση διοικούσε εδάφη που περιελάμβαναν τα Βαλκάνια, την Ιταλική χερσόνησο, τη Μικρά Ασία, τη Συρία και Παλαιστίνη, την Αίγυπτο, τη σημερινή Τυνησία καθώς και μικρό τμήμα της Λιβύης, τής Αλγερίας, τού Μαρόκο καθώς και νότιες περιοχές τής Ιβηρικής χερσονήσου και της Κριμαίας.
Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία γεννήθηκε το «εκχριστιανισμένο ρωμαϊκό κράτος της Ανατολής» με κύριο μέλημα την ανασύσταση της αυτοκρατορίας. Επί της δυναστείας του Ηρακλείου μεταμορφώθηκε στην «εξελληνισμένη αυτοκρατορία της χριστιανικής Ανατολής» όπως την αποκάλεσε μερίδα Ελλήνων ιστορικών κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα[1], και τέλος, κυρίως από το 1204 και μετά, με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τον βενετσιάνικο στόλο και τους Λατίνους Σταυροφόρους, γεννήθηκε η «ελληνική βυζαντινή-ρωμαϊκή αυτοκρατορία» [4]. Ωστόσο, με τον όρο Έλληνες εννοείτο το Βυζάντιο από τα χρόνια του βασιλιά Όθωνα Α΄ της Γερμανίας, τον 10ο αιώνα.
Η Βιβλιοθήκη ιδρύθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια το 1829, λίγο μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, με στόχο τη συγκέντρωση και διαφύλαξη της ελληνικής γραπτής κληρονομιάς. Αρχικά στεγάστηκε στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας, όπου λειτουργούσε με περιορισμένες υποδομές. Το 1834 μεταφέρθηκε στην Αθήνα και τελικά βρήκε μόνιμη στέγη στο Βαλλιάνειο Μέγαρο στην οδό Πανεπιστημίου. Σταδιακά, η βιβλιοθήκη συγκέντρωσε συλλογές από βιβλία, χειρόγραφα, χάρτες, περιοδικά και σπάνιες εκδόσεις, λειτουργώντας ως κεντρικός θεματοφύλακας της γνώσης και της έρευνας στην Ελλάδα. Το κτίριο της Πανεπιστημίου λειτούργησε για πολλές δεκαετίες, μέχρι που η ανάγκη για μεγαλύτερους και σύγχρονους χώρους οδήγησε στη μεταφορά της στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος στο Φάληρο, σε ένα νέο υπερσύγχρονο κτίριο που συνδυάζει παραδοσιακή βιβλιοθήκη με ψηφιακές υποδομές. Η Εθνική Βιβλιοθήκη αποτελεί σήμερα έναν θεσμό που συλλέγει, οργανώνει και διασφαλίζει την πρόσβαση στη γνώση, παρέχοντας υπηρεσίες σε ερευνητές, ακαδημαϊκούς και το κοινό.
Η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος ιδρύθηκε τον 19ο αιώνα με σκοπό τη συλλογή, διατήρηση και διάθεση της ελληνικής πνευματικής παραγωγής. Σήμερα λειτουργεί στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και παρέχει υπηρεσίες σε ερευνητές και στο κοινό.
Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος είναι η παλαιότερη σε λειτουργία σήμερα από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες της Ελλάδας. Είναι μέλος της Αγοράς Παραγώγων του Χρηματιστηρίου Αθηνών από ιδρύσεώς της και έχει άδεια ειδικού διαπραγματευτή τύπου Α. Είναι διαφορετική από την Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ είχε και το εκδοτικό προνόμιο χαρτονομισμάτων στην Ελλάδα, για πολλά χρόνια, από την ίδρυση της το 1841, έως και το 1928, όποτε και τον ρόλο του εκδοτικού προνομίου ανέλαβε έκτοτε η Τράπεζα της Ελλάδος.
Η Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα (1828 - 1834) ιδρύθηκε με ψήφισμα της 2/2/1828 περί «Συστάσεως της Εθνικής Χρηματιστικής Τραπέζης» του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια και ήταν το πρώτο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, της Ελληνικής Πολιτείας. Η Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα ήταν ένας από τους μηχανισμούς που έστησε ο Καποδίστριας για τα οικονομικά της Ελλάδας, μαζί με το Εθνικό Νομισματοκοπείο και την καθιέρωση του φοίνικα ως εθνικού νομίσματος για την αντικατάσταση των Τουρκικών γροσίων. Η ίδρυση της Τράπεζας έγινε με διάταγμα του Καποδίστρια στην Αίγινα στις 2 Φεβρουαρίου 1828, από τον πρώτο διοικητή της Γεώργιο Σταύρου, έμπειρου στα οικονομικά, Φιλικού, γνωστού του Καποδίστρια από την περίοδο της προπαρασκευής της επανάστασης και πληρεξουσίου σε εθνοσυνελεύσεις με τη συνδρομή του Εϋνάρδου Ελβετού τραπεζίτη και σημαντικού φιλέλληνα.
Τα κεφάλαια στην τράπεζας συνεισέφεραν ο Εϋνάρδος, ο Λουδοβίκος της Βαυαρίας, ακόμη και ο ίδιος ο Καποδίστριας. Ως επιτόκιο ορίστηκε 8% με σκοπό την προσέλκυση κεφαλαίων για καταθέσεις. Λόγω των σημαντικότατων χρηματικών αναγκών της Ελλάδας, τα κεφάλαια της Τράπεζας καταναλώθηκαν από το κράτος με αποτέλεσμα να χάσουν οι μέτοχοί της. Η τράπεζα φαίνεται να αφέθηκε να πέσει σε υπολειτουργία το 1834. Μέχρι σήμερα καμία απόφαση ή ΦΕΚ της Αντιβασιλείας για την κατάργησή της δεν έχει αναφερθεί. Η Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα ήταν ο πρόδρομος της Εθνικής Τράπεζας το 1841 που ιδρύθηκε και πάλι από τον Γεώργιο Σταύρου με τη συνδρομή του Εϋνάρδου, επτά χρόνια αργότερα από τη διάλυση της πρώτης.
Το Εθνικό Θέατρο ιδρύθηκε το 1880 ως Βασιλικό Θέατρο στην Αθήνα και αποτέλεσε τον κύριο δημόσιο χώρο θεάτρου της χώρας. Το 1930 μετατράπηκε σε Εθνικό Θέατρο, με στόχο την προώθηση του ελληνικού δραματικού ρεπερτορίου, την εκπαίδευση ηθοποιών και τη στήριξη νέων θεατρικών παραγωγών. Κατά τη διάρκεια της ιστορίας του, το Εθνικό Θέατρο συνέβαλε σημαντικά στην πολιτιστική ζωή της Ελλάδας, φιλοξενώντας κλασικά και σύγχρονα έργα και προωθώντας την ελληνική θεατρική παράδοση. Η λειτουργία του είναι συνεχής από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα.
Γεννημένη στις 29 Αυγούστου 1926 στον Βύρωνα, σε προσφυγικό σπίτι της οδού Κοινωνίας των Εθνών, μεγάλωσε σε οικογένεια Μικρασιατών από τα Μουδανιά. Πατέρας της ήταν ο Νίκος Γλύκατζης, έμπορος και επιστάτης των κτημάτων της οικογενείας της μητέρας της, Καλλιρόης, το γένος Ψαλτίδη, με καταγωγή από την Προύσα. Αποφοίτησε από το Δ΄ Γυμνάσιο Θηλέων και συνέχισε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, σε μια εποχή που η παρουσία των γυναικών στην ανώτατη εκπαίδευση παρέμενε περιορισμένη.
Τα έργα της κυρίως ως βυζαντινολόγος είναι, οι Έρευνες για τη διοίκηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας τον 9ο και 10ο αιώνα (1960), Το Βυζάντιο και η θάλασσα (1966), Μελέτες για τη διοικητική και κοινωνική διάρθρωση του Βυζαντίου (1971), Βυζάντιο, η χώρα και τα εδάφη (1976), και Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (L’ ideologie politique de l’ empire Byzantine, 1976 ― ελλην. μετάφρ. Τ. Δρακόπουλου, «ΨΥΧΟΓΙΟΣ»), Βυζαντινή γεωγραφία, Ιστορική γεωγραφία του μεσογειακού κόσμου. Στα βιβλία της περιλαμβάνονται, επίσης, Η Σμύρνη ανάμεσα σε δύο τουρκικές κατοχές (1975), Η διασπορά στο Βυζάντιο (1995), The Making of Europe (2000), Γιατί το Βυζάντιο (2010), Σας μιλώ για το Βυζάντιο (2014), Πόσο Ελληνικό είναι το Βυζάντιο; Πόσο Βυζαντινοί οι Νεοέλληνες; (2016), Μικρασία, Καρδιά του Ελληνισμού (2021), κ.ά..
Δέκα ποιήματα από την ποιητική της συλλογή «Το άγνωστο Βυζάντιο» (Εκδόσεις Ερμής) μελοποιήθηκαν από τον συνθέτη Νίκο Πλάτανο και «ζωντάνεψαν» μέσα από τις ερμηνείες του Γιώργου Νταλάρα. όπου ηχογραφήθηκε ζωντανά και κυκλοφόρησε σε βιβλίο-CD με τον γενικό τίτλο Αμίλητη Ιστορία.
Στο Παρίσι γνώρισε τον σύζυγό της Jacques Ahrweiler, αξιωματικό του Γαλλικού Πολεμικού Ναυτικού, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη, τη Μαρί-Ελέν. Μέχρι το τέλος της ζωής της παρέμεινε μόνιμα εγκατεστημένη στη γαλλική πρωτεύουσα, διατηρώντας παράλληλα ισχυρούς δεσμούς με την Ελλάδα.