Γεννημένη στις 29 Αυγούστου 1926 στον Βύρωνα, σε προσφυγικό σπίτι της οδού Κοινωνίας των Εθνών, μεγάλωσε σε οικογένεια Μικρασιατών από τα Μουδανιά. Πατέρας της ήταν ο Νίκος Γλύκατζης, έμπορος και επιστάτης των κτημάτων της οικογενείας της μητέρας της, Καλλιρόης, το γένος Ψαλτίδη, με καταγωγή από την Προύσα. Αποφοίτησε από το Δ΄ Γυμνάσιο Θηλέων και συνέχισε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, σε μια εποχή που η παρουσία των γυναικών στην ανώτατη εκπαίδευση παρέμενε περιορισμένη.
Τα έργα της κυρίως ως βυζαντινολόγος είναι, οι Έρευνες για τη διοίκηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας τον 9ο και 10ο αιώνα (1960), Το Βυζάντιο και η θάλασσα (1966), Μελέτες για τη διοικητική και κοινωνική διάρθρωση του Βυζαντίου (1971), Βυζάντιο, η χώρα και τα εδάφη (1976), και Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (L’ ideologie politique de l’ empire Byzantine, 1976 ― ελλην. μετάφρ. Τ. Δρακόπουλου, «ΨΥΧΟΓΙΟΣ»), Βυζαντινή γεωγραφία, Ιστορική γεωγραφία του μεσογειακού κόσμου. Στα βιβλία της περιλαμβάνονται, επίσης, Η Σμύρνη ανάμεσα σε δύο τουρκικές κατοχές (1975), Η διασπορά στο Βυζάντιο (1995), The Making of Europe (2000), Γιατί το Βυζάντιο (2010), Σας μιλώ για το Βυζάντιο (2014), Πόσο Ελληνικό είναι το Βυζάντιο; Πόσο Βυζαντινοί οι Νεοέλληνες; (2016), Μικρασία, Καρδιά του Ελληνισμού (2021), κ.ά..
Δέκα ποιήματα από την ποιητική της συλλογή «Το άγνωστο Βυζάντιο» (Εκδόσεις Ερμής) μελοποιήθηκαν από τον συνθέτη Νίκο Πλάτανο και «ζωντάνεψαν» μέσα από τις ερμηνείες του Γιώργου Νταλάρα. όπου ηχογραφήθηκε ζωντανά και κυκλοφόρησε σε βιβλίο-CD με τον γενικό τίτλο Αμίλητη Ιστορία.
Στο Παρίσι γνώρισε τον σύζυγό της Jacques Ahrweiler, αξιωματικό του Γαλλικού Πολεμικού Ναυτικού, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη, τη Μαρί-Ελέν. Μέχρι το τέλος της ζωής της παρέμεινε μόνιμα εγκατεστημένη στη γαλλική πρωτεύουσα, διατηρώντας παράλληλα ισχυρούς δεσμούς με την Ελλάδα.
Το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού είναι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός που προάγει την ελληνική ιστορία και τον πολιτισμό μέσω σύγχρονων τεχνολογιών και πολιτιστικών δράσεων. Αποτελεί έμπνευση του επιχειρηματία Λάζαρου Εφραίμογλου (1932-2013), ο οποίος και το χρηματοδότησε. Η ίδρυσή του κυρώθηκε το 1993 με νόμο της Βουλής των Ελλήνων.
Η Κοινοπολιτεία των Εθνών (Commonwealth of Nations) είναι μια εθελοντική ένωση κρατών, πολλά εκ των οποίων είναι πρώην αποικίες του Ηνωμένου Βασιλείου. Ιδρύθηκε επισήμως το 1949 με τη Συνθήκη του Λονδίνου, αντικαθιστώντας τη Βρετανική Κοινοπολιτεία.
Η βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ υπηρέτησε ως αρχηγός του κράτους (Head of the Commonwealth) από το 1952 έως το 2022, παρέχοντας συμβολική ηγεσία και εκπροσωπώντας τη συνέχεια και ενότητα της Κοινοπολιτείας σε διεθνείς συναντήσεις, τελετές και προγράμματα συνεργασίας μεταξύ των μελών.
Η οικογένεια Ωνάση είναι γνωστή για τη δραστηριότητά της στη διεθνή ναυτιλία και την επιχειρηματικότητα. Κεντρική μορφή υπήρξε ο εφοπλιστής Αριστοτέλης Ωνάσης, ο οποίος δημιούργησε έναν από τους μεγαλύτερους ναυτιλιακούς στόλους του 20ού αιώνα.
Το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων ιδρύθηκε το 1833 ως Γραμματεία επί των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης. Αποτελεί κεντρικό διοικητικό φορέα της ελληνικής κυβέρνησης, υπεύθυνο για τη χάραξη και εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής σε όλες τις βαθμίδες. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του εντάσσεται επίσης η εποπτεία των θρησκευτικών υποθέσεων και η συνεργασία με εκκλησιαστικούς φορείς. Η διοικητική του δομή περιλαμβάνει γενικές γραμματείες, διευθύνσεις και υπηρεσίες που υποστηρίζουν το έργο του.
Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, που τότε ήταν υπό οθωμανική κυριαρχία, σε οικογένεια με θρησκευτική και παραδοσιακή ανατροφή. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος, ενώ η μητέρα του προερχόταν από οικογένεια με θρησκευτικές ευαισθησίες. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια φιλοσοφία στο Παρίσι, όπου ήρθε σε επαφή με τις ιδέες του Henri Bergson και άλλων φιλοσόφων, που διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό τη φιλοσοφική του σκέψη. Κατά τη διάρκεια της ζωής του ταξίδεψε συλλέγοντας εμπειρίες που εμπλούτισαν την καλλιτεχνική και πνευματική του αντίληψη για τον άνθρωπο και την κοινωνία. Οι εμπειρίες του από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ελληνική κοινωνία και οι συγκρούσεις μεταξύ παράδοσης και νεωτερικότητας επηρέασαν το έργο του και τα θέματα που επεξεργάστηκε στα κείμενά του. Ξεκίνησε με ποιητικά και δοκιμιακά έργα, αλλά έγινε παγκοσμίως γνωστός κυρίως για τα μυθιστορήματα του. Τα έργα του χαρακτηρίζονται από φιλοσοφικές αναζητήσεις, υπαρξιακά ερωτήματα, προβληματισμούς για την πίστη, την ελευθερία, τον θάνατο και την ανθρώπινη μοίρα. Ο Καζαντζάκης αντιμετώπισε έντονη κριτική από την Εκκλησία και συντηρητικούς κύκλους, και πολλά έργα του υπέστησαν λογοκρισία ή απαγορεύτηκαν. Παρά τις αντιξοότητες, παρέμεινε αφοσιωμένος στη συγγραφή, ταξιδεύοντας και συνεχίζοντας τη φιλοσοφική του αναζήτηση. Πέθανε αφήνοντας πίσω του μια τεράστια λογοτεχνική κληρονομιά που επηρέασε τη σύγχρονη ελληνική και παγκόσμια σκέψη.
Από το Μέτσοβο μετέβηκε το 1837 στο Κάιρο της Αιγύπτου για να εργαστεί στο εμπορικό κατάστημα του αδελφού του Αναστασίου. Στη συνέχεια, το 1840, εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια. Χάρη στην επιχειρηματική δραστηριότητα και την τόλμη του, εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο έμπορο της Αιγύπτου και σημαντικό μέλος των Ελλήνων της Αιγύπτου. Παράλληλα ασχολήθηκε με τραπεζικές εργασίες, την αγορά και εκμίσθωση κτημάτων ενώ με τα ποταμόπλοιά του στον Νείλο κυριάρχησε στο εσωτερικό και εξωτερικό εμπόριο της Αιγύπτου. Από αυτές τις δραστηριότητες απόκτησε μία τεράστια περιουσία την οποία διέθεσε για εθνικούς και κοινωφελείς σκοπούς. Η πολυεπίπεδη ευεργετική του δράση εκδηλώνεται μέσα από δωρεές σημαντικών ποσών για φιλανθρωπίες, κοινωφελή έργα και δημιουργία εκπαιδευτικών και άλλων υποδομών, στην ελληνική κοινότητα της Αλεξάνδρειας, το Μέτσοβο, την Αθήνα αλλά και γενικότερα προς το ελληνικό κράτος. Μεταξύ αυτών, την ίδρυση Γεωργικής Σχολής στη Λάρισα, την ανέγερση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, τη δωρεά προς το Ωδείο των Αθηνών, τη δωρεά για την αναμαρμάρωση του Παναθηναϊκού σταδίου, όπου τελέστηκαν οι πρώτοι σύγχρονοι ολυμπιακοί αγώνες, την αποπεράτωση του Πολυτεχνείου των Αθηνών και τη δωρεά για τη ναυπήγηση σύγχρονου θωρηκτού με το οποίο η Ελλάδα κυριάρχησε στο Αιγαίο πέλαγος.