Η οικογένεια Ωνάση αποτελεί ελληνική επιχειρηματική δυναστεία με καταγωγή από τη Σμύρνη στις αρχές του 20ού αιώνα, όπου δραστηριοποιούνταν στον τομέα του εμπορίου καπνού. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, μέλη της οικογένειας μετανάστευσαν σε χώρες όπως η Αργεντινή, όπου ανέπτυξαν επιχειρηματικές δραστηριότητες διεθνούς εμβέλειας. Κεντρικό μέλος της οικογένειας ήταν ο Αριστοτέλης Ωνάσης, ο οποίος επεκτείνοντας τη ναυτιλιακή και επιχειρηματική παρουσία της οικογένειας, κατέστησε την οικογένεια διεθνώς γνωστή και οικονομικά ισχυρή. Η οικογένεια συνέχισε να δραστηριοποιείται στον χώρο της ναυτιλίας, της επιχειρηματικότητας και της οικονομικής διαχείρισης, αποκτώντας σημαντική κοινωνική και πολιτιστική επιρροή στον 20ό αιώνα.
Η οικογένεια Ωνάση είναι ελληνική οικογένεια που συνδέεται κυρίως με τον επιχειρηματία Αριστοτέλης Ωνάσης, ο οποίος ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα στον τομέα της ναυτιλίας κατά τον 20ό αιώνα. Μέσω της επιχειρηματικής του πορείας, η οικογένεια απέκτησε διεθνή αναγνώριση. Μετά τον θάνατό του, η οικογένεια συνδέεται με τη διαχείριση της κληρονομιάς του και με κοινωφελείς δραστηριότητες, κυρίως μέσω του Ίδρυμα Ωνάση.
Ιστορική οικογένεια λογίων με καταγωγή από την Ήπειρο, που εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι τον 18ο αιώνα. Ο πιο διάσημος εκπρόσωπος της οικογένειας, ο Κωστής Παλαμάς (1859–1943), γεννήθηκε στην Πάτρα και υπήρξε ο κορυφαίος ποιητής της Γενιάς του 1880, πνευματικός ηγέτης του δημοτικισμού και Γενικός Γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η οικογένεια του πατέρα του Κωστή Παλαμά ήταν οικογένεια λογίων, με αξιόλογη πνευματική δραστηριότητα, και ασχολούμενων με τη θρησκεία. Ο προπάππος του Παναγιώτης Παλαμάς (1722-1803) είχε ιδρύσει στο Μεσολόγγι την περίφημη Παλαμαία Σχολή (ή και Παλαμαϊκή Σχολή) και ο παππούς του Ιωάννης είχε διδάξει στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινούπολης. Ο θείος του Ανδρέας Παλαμάς υπήρξε πρωτοψάλτης και υμνογράφος, τον οποίο ο Κωστής Παλαμάς Μαμαλάκης αναφέρει στα Διηγήματά του (Β' έκδοση, 1929, σελ. 200). Ο Μιχαήλ Ευσταθίου Παλαμάς (αδελφός του Ανδρέα) και ο Πανάρετος Παλαμάς ήταν ασκητές. Ο Δημήτριος Ι. Παλαμάς, επίσης θείος του Κωστή, ήταν ψάλτης και υμνογράφος στο Μεσολόγγι. Ο πατέρας του ήταν στο επάγγελμα δικαστικός.
Όταν ο ποιητής ήταν σε ηλικία 6 ετών έχασε και τους δύο γονείς του σε διάστημα σαράντα ημερών (Δεκέμβριος 1864 - Φεβρουάριος 1865). Στενοί συγγενείς ανέλαβαν τότε τα τρία παιδιά της οικογένειας, τον μικρότερο αδερφό του η αδερφή της μητέρας του και εκείνον και το μεγαλύτερο αδερφό του ο θείος τους Δημήτριος Παλαμάς, που κατοικούσε στο Μεσολόγγι και ήταν εκπαιδευτικός.
Η οικογένεια Μπενάκη είναι οικογένεια ευεργετών με καταγωγή από τη Χίο. Μετά τις αναταραχές του 19ου αιώνα πολλά μέλη της εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο, κυρίως στην Αλεξάνδρεια και στα μέσα του 19ου αιώνα δραστηριοποιήθηκαν με επιτυχία στο εμπόριο βαμβακιού και απέκτησαν οικονομική επιφάνεια. Σημαντικό μέλος της οικογένειας ήταν ο Εμμανουήλ Μπενάκης 1843–1929, επιχειρηματίας και πολιτικός, ο οποίος διετέλεσε δήμαρχος Αθηναίων 1914–1916 και ανέπτυξε στενή πολιτική και προσωπική σχέση με τον Ελευθέριος Βενιζέλος. Μέλη της οικογένειας διακρίθηκαν για τη φιλανθρωπική και πολιτιστική τους δράση στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα γνωστός είναι ο Αντώνης Μπενάκης 1873–1954, γιος του Εμμανουήλ, ο οποίος ίδρυσε το Μουσείο Μπενάκη το 1930, συμβάλλοντας σημαντικά στη διατήρηση και προβολή της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η καταγωγή των Καποδίστρια είναι από το ακρωτήριο Ίστρια της Αδριατικής (Capo d'Istria) ενώ κατ' άλλους από τη Βενετία. Εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα το 1375 και εγγράφηκαν στην Χρυσή Βίβλο της Κέρκυρας το 1477. Όλοι οι απόγονοι του Νικολάου και του Αντωνίου Καποδίστρια είχαν το δικαίωμα να φέρουν τον τίτλο του κόμη, που τους είχε απονείμει ο Κάρολος Εμμανουήλ Β΄, δούκας της Σαβοΐας και βασιλιάς της Κύπρου, το 1689. Η αναγνώριση του τίτλου από την Δημοκρατία της Βενετίας πραγματοποιήθηκε μόλις την 1η Ιουλίου 1796. Ο Κάρολος Εμμανουήλ Β΄ είχε πεθάνει ήδη από το 1675, γεγονός που καθιστά αδύνατο να παραχώρησε τίτλο ευγενείας στους Καποδίστρια το 1689, δεκατέσσερα χρόνια δηλαδή μετά τον θάνατό του. Το λάθος αυτό δεν έγινε αντιληπτό από κανέναν μέχρι το 1968, οπότε και το επισήμανε ο Ricaldone. Έρευνες στα ιστορικά αρχεία του οίκου της Σαβοΐας δεν κατέστησαν δυνατή την εύρεση κάποιου στοιχείου σχετικά με την παραχώρηση τίτλου ευγενίας στους Καποδίστρια. Πιθανόν είναι είτε να πρόκειται για λάθος στο έγγραφο είτε ο τίτλος να μην παραχωρήθηκε ποτέ.
Κατά τον 15ο αιώνα απέκτησαν τεράστιες εκτάσεις στο νησί και σταδιακά η οικογένεια διακρίθηκε σε τρείς κλάδους: των Σούφη, της κοντράδας των Μουράγιων και του Αγίου Δημητρίου. Από αυτής των Μουράγιων προήλθαν οι περισσότεροι πολιτικοί που φέρουν το επώνυμο Καποδίστριας ενώ από των Σούφη ο Λορέντζος Μαβίλης. Τα μέλη της οικογένειας συνδέθηκαν με επιγαμίες με σημαντικές οικογένειες του νησιού όπως η Οικογένεια Βλασοπούλου, η Οικογένεια Γονέμη, η Οικογένεια Βασιλάκη και άλλες.
Πρόκειται για την οικογένεια που σχηματίστηκε από τον γάμο της Κατερίνας Γώγου με τον σκηνοθέτη Παύλο Τάσιο. Κεντρικό μέλος της οικογένειας ήταν η κόρη τους, Μυρτώ Τάσιου (1967-2015). Η οικογένεια χαρακτηρίζεται από έντονη καλλιτεχνική δραστηριότητα στον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία.
Η οικογένεια Βενιζέλου είναι ιστορική πολιτική οικογένεια της Κρήτης με σημαντική δράση. Με καταγωγή από τα Χανιά και πιθανές ρίζες από Πελοποννήσιους πρόσφυγες (Μπενιζέλοι), η οικογένεια συνδέθηκε άρρηκτα με τον αγώνα της Κρήτης για ένωση με την Ελλάδα και τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού κράτους. Η οικογένεια κατέφυγε στην ελεύθερη Ελλάδα μετά το ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου στην Κρητική Επανάσταση (1866-1869). Ο Ελευθέριος Βενιζέλος κυριάρχησε στην ελληνική πολιτική σκηνή στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο γιος του, Σοφοκλής Βενιζέλος (1894–1964), συνέχισε την πολιτική παράδοση, διατελώντας επίσης πρωθυπουργός.
Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννήθηκε στην Ξάνθη στις 23 Οκτωβρίου 1925. Από την ηλικία των τεσσάρων ετών άρχισε να μελετάει πιάνο, ενώ από το 1940-43 ανώτερα θεωρητικά, με τον Μενέλαο Παλλάντιο, σημαντική μορφή της Ελληνικής Εθνικής Μουσικής Σχολής. Παράλληλα, σπούδαζε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ γαλουχήθηκε από καλλιτέχνες και διανοούμενους της γενιάς του μεσοπολέμου (Σεφέρης, Γκάτσος, Σικελιανός). Από το 1945 συνεργαζόμενος κυρίως με το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο Τέχνης, έγραψε μουσική για πολλές αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες, καθώς και για έργα σύγχρονου ρεπερτορίου: "Ορέστεια" (1950), "Μήδεια" (1956), "Εκκλησιάζουσες" (1956), "Λυσιστράτη" (1957), "Κύκλωπας" (1959), "Όρνιθες" (1959), "Λεωφορείον ο Πόθος" (1948), "Ματωμένος Γάμος" (1948), "Το γλυκό πουλί της νιότης" (1960), "Το φυντανάκι" (1989) κ.α. Το 1948 γράφει, για μία μικρή λευκή αχιβάδα, έργο το οποίο ο ίδιος ξεχωρίζει, στο σύνολο της εργασίας του. Το 1949 με την περίφημη διάλεξη του για το ρεμπέτικο (1949), ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στη συντηρητική αστική κοινωνία. Αναμόρφωσε όλο το ελληνικό τραγούδι, δρομολογώντας σε νέους μουσικούς ορίζοντες.
Παράλληλα με το θέατρο από το 1946 ο Μάνος Χατζιδάκις, συνέθεσε μουσική για 80 ελληνικές και ξένες ταινίες: "Στέλλα" (1955), ο "Δράκος" (1956), "America-America" (1963). Τo 1960 του απονέμεται βραβείο για το τραγούδι, "Τα παιδιά του Πειραιά", της ταινίας: "Ποτέ την Κυριακή". Δύο χρόνια αργότερα, ανέβασε στην Αθήνα την "Οδό Ονείρων", παράσταση σταθμό για το ελληνικό μουσικό θέατρο, με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Χορν. Στο διάστημα 1966-72 έζησε στη Ν. Υόρκη , όπου έγραψε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του: "Ρυθμολογία" (έργο για πιάνο), "Ο Μεγάλος Ερωτικός" (κύκλος τραγουδιών, βασισμένος σε ποιήματα αρχαίων και σύγχρονων), εκεί ξεκίνησε και την "Εποχή της Μελισσάνθης", μια μουσική ιστορία με αυτοβιογραφικά στοιχεία, που διαδραματίζεται λίγο μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου πολέμου.
Ο Μάνος Χατζιδάκις, προσωπικότητα πολύπλευρη και πολυδιάστατη, εκτός από την σύνθεση είχε και άλλες καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Ίδρυσε και διηύθυνε την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών (1964-67), το Πολύτροπο (καφεθέατρο 1972), Μουσικές Γιορτές στα Ανώγεια Κρήτης (1978, φεστιβάλ μουσικής), τους Μουσικούς αγώνες στην Κέρκυρα(1981) τον Σείριο (δισκογραφική εταιρεία, 1985) την Ορχήστρα των Χρωμάτων (ορχήστρα συμφωνικής μουσικής, 1989), τέλος διηύθυνε τον κρατικό ραδιοσταθμό (Τρίτο Πρόγραμμα, 1975-81), τον οποίο μετέτρεψε σε σημείο αναφοράς ποιότητας και ιδεών. Από την αρχή της παρουσίας του στον ελληνικό μουσικό χώρο, ήταν διαρκώς δισκογραφικά παρών με δίσκους που θεωρούνται πια κλασικοί: "Τo χαμόγελο της Τζοκόντα" (1964), "Αθανασία" (1975), "Σκοτεινή μητέρα" (1985) "Τα τραγούδια της Αμαρτίας" (1992) κ.α. Επίσης δημοσίευσε τέσσερα βιβλία με ποιήματα και σχόλια: "Μυθολογία", "Μυθολογία Δεύτερη" , "Τα σχόλια του Τρίτου", "Ο Καθρέπτης και το Μαχαίρι".
Ήταν Έλληνας διπλωμάτης, πολιτικός, ιατρός και κάτοχος του τίτλου ευγενείας του κόμη. Διετέλεσε υπουργός εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και αργότερα ως πρώτος κυβερνήτης του νέου ελληνικού κράτους τη μεταβατική περίοδο κατά την οποία η χώρα τελούσε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων.Όταν ο Αλή πασάς απείλησε με επίθεση την Λευκάδα στάλθηκε εκεί τον Ιούνιο του 1807 ώστε να συντονίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και να προετοιμάσει την άμυνα του νησιού. Με την παραχώρηση των Επτανήσων από τον τσάρο Αλέξανδρο Α΄ της Ρωσίας στους Γάλλους του Ναπολέοντα Α΄ το καλοκαίρι του 1807, αποσύρθηκε και το 1809 έφτασε στην Πετρούπολη οπού εντάχθηκε στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία. Στην ρωσική πρωτεύουσα γνώρισε την Ρωξάνδρα Στούρτζα, την μόνη γυναίκα που τον συγκίνησε. Το 1811 έγινε ακόλουθος στη ρωσική πρεσβεία της Βιέννης και το καλοκαίρι του 1812 διορίστηκε επικεφαλής του διπλωματικού γραφείου του αρχιστράτηγου των ρωσικών δυνάμεων στη στρατιά του Δούναβη, όπου παρέμεινε σε όλη την διάρκεια της γαλλικής εισβολής του Ναπολέοντα. Όταν ο πόλεμος Ρωσίας-Γαλλίας μεταφέρθηκε στην κεντρική Ευρώπη, ο Καποδίστριας υπηρέτησε ως επικεφαλής της πολιτικής- διπλωματικής Γραμματείας του αρχιστράτηγου Μπάρκλευ ντε Τόλλυ. Ο τσάρος εκτιμώντας τις ικανότητες του Καποδίστρια τον έστειλε στην Ελβετία, οπού πρωταγωνίστησε στις διαπραγματεύσεις για την ουδετερότητα, ενότητα και ανεξαρτησία των Ελβετών. Κεντρικός ήταν ο ρόλος στο Συνέδριο της Βιέννης, κατά τη διάρκεια του οποίου ίδρυσε την Φιλόμουσο Εταιρεία. Το Σεπτέμβριο του 1815 ο τσάρος τον διόρισε Γραμματέα του Κράτους για τις εξωτερικές υποθέσεις και το Νοέμβριο ο Καποδίστριας υπέγραψε τη Συνθήκη των Παρισίων για λογαριασμό της Ρωσίας. Από τις αρχές του 1816 ζούσε και εργαζόταν στο Υπουργείο Εξωτερικών στην Πετρούπολη και μοιραζόταν τις υποθέσεις με τον Νέσελροντ. Γρήγορα ο Καποδίστριας κέρδισε τη φήμη του έξυπνου και πεφωτισμένου ευπατρίδη, προστάτη των τεχνών και των επιστημών και έχαιρε μεγάλου σεβασμού στους λογοτεχνικούς κύκλους. Στις αρχές του 1817 ο Νικόλαος Γαλάτης τον πληροφόρησε για τα επαναστατικά σχέδια της Φιλικής Εταιρείας. Το 1819 επισκέφθηκε την Κέρκυρα και μετέβη στο Λονδίνο και το Παρίσι για να διαμαρτυρηθεί για την καταπιεστική πολιτική του αρμοστή Μαίτλαντ. Όταν το 1820 τον συνάντησε ο Εμμανουήλ Ξάνθος για να τον πείσει να αναλάβει την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας και να τεθεί επικεφαλής της προσπάθειας των Ελλήνων στην προετοιμασία της εξέγερσής τους, ο Καποδίστριας αρνήθηκε.
Με την έναρξη της ελληνικής επανάστασης του 1821 προσπάθησε να επιτύχει στρατιωτική εμπλοκή Ρωσίας και Πύλης, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Αποτυγχάνοντας να μετατρέψει την πολιτική του Τσάρου υπέρ των Ελλήνων, αναχώρησε με άδεια από την ρωσική διπλωματική υπηρεσία για τη Γενεύη, όπου διέμεινε από το 1822 έως το 1827.
Στις 14 Απριλίου 1827 η Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας τον εξέλεξε με επταετή θητεία πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, όπου έφτασε τον Ιανουάριο του 1828. Ως κυβερνήτης διακήρυξε την ίδρυση της Ελληνικής Πολιτείας και της Εθνικής Τράπεζας και προώθησε σημαντικές μεταρρυθμίσεις για την αναδιοργάνωση της κρατικής μηχανής, καθώς και για τη θέσπιση του νομικού πλαισίου της νέας πολιτείας. Επίσης, αναδιοργάνωσε τις ένοπλες δυνάμεις σε τακτικά σώματα υπό ενιαία διοίκηση. Προσπάθησε και πέτυχε παράλληλα την επέκταση των συνόρων του νέου κράτους και την κατοχύρωση της ελληνικής ανεξαρτησίας. Ο συγκεντρωτικός τρόπος άσκησης της εξουσίας τον έφερε σε προστριβές με τους τοπικούς αξιωματούχους, με αποτέλεσμα τη δολοφονία του στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, στο Ναύπλιο, από τον Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη, που ήταν συγγενείς του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, σε αντίποινα της φυλάκισης του τελευταίου. Η σορός του κυβερνήτη μεταφέρθηκε τον Απρίλιο του 1832 στην Κέρκυρα από τον αδελφό του Αυγουστίνο και ενταφιάστηκε στην Ι. Μ. Πλατυτέρας δίπλα από τον τάφο του πατέρα του, Αντωνίου Μαρία Καποδίστρια.
Η Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα (1828 - 1834) ιδρύθηκε με ψήφισμα της 2/2/1828 περί «Συστάσεως της Εθνικής Χρηματιστικής Τραπέζης» του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια και ήταν το πρώτο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, της Ελληνικής Πολιτείας. Η Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα ήταν ένας από τους μηχανισμούς που έστησε ο Καποδίστριας για τα οικονομικά της Ελλάδας, μαζί με το Εθνικό Νομισματοκοπείο και την καθιέρωση του φοίνικα ως εθνικού νομίσματος για την αντικατάσταση των Τουρκικών γροσίων. Η ίδρυση της Τράπεζας έγινε με διάταγμα του Καποδίστρια στην Αίγινα στις 2 Φεβρουαρίου 1828, από τον πρώτο διοικητή της Γεώργιο Σταύρου, έμπειρου στα οικονομικά, Φιλικού, γνωστού του Καποδίστρια από την περίοδο της προπαρασκευής της επανάστασης και πληρεξουσίου σε εθνοσυνελεύσεις με τη συνδρομή του Εϋνάρδου Ελβετού τραπεζίτη και σημαντικού φιλέλληνα.
Τα κεφάλαια στην τράπεζας συνεισέφεραν ο Εϋνάρδος, ο Λουδοβίκος της Βαυαρίας, ακόμη και ο ίδιος ο Καποδίστριας. Ως επιτόκιο ορίστηκε 8% με σκοπό την προσέλκυση κεφαλαίων για καταθέσεις. Λόγω των σημαντικότατων χρηματικών αναγκών της Ελλάδας, τα κεφάλαια της Τράπεζας καταναλώθηκαν από το κράτος με αποτέλεσμα να χάσουν οι μέτοχοί της. Η τράπεζα φαίνεται να αφέθηκε να πέσει σε υπολειτουργία το 1834. Μέχρι σήμερα καμία απόφαση ή ΦΕΚ της Αντιβασιλείας για την κατάργησή της δεν έχει αναφερθεί. Η Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα ήταν ο πρόδρομος της Εθνικής Τράπεζας το 1841 που ιδρύθηκε και πάλι από τον Γεώργιο Σταύρου με τη συνδρομή του Εϋνάρδου, επτά χρόνια αργότερα από τη διάλυση της πρώτης.